Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2019

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΘΑ ΔΩ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ ‘VICE’

Άρθρο του Μaurizio Βlondet
Μετάφραση-Σχόλια: Ιωάννης Αυξεντίου


Μου είπαν ότι η ταινία ‘Vice’, που εξιστορεί τα έργα και τις ημέρες του Ντικ Τσέινι, είναι ενδιαφέρουσα. Εγώ δεν θα πάω να τη δω, θα ήταν πολύ για εμένα να διαπιστώσω την πολλοστή επιχείρηση λεπτής (ή χονδροειδής) παραπληροφόρησης για το συμβάν της 11ης Σεπτεμβρίου. Ένα συμβάν που παρακολούθησα ως ανταποκριτής για την εφημερίδα μου και μου άλλαξε την ζωή και τις πεποιθήσεις μου για το καθεστώς των ΗΠΑ.

Θυμάμαι μόνον αυτό. Εκείνο το πρωί, 11 Σεπτεμβρίου 2011, ο πρόεδρος Μπους ο νεότερος δεν ήταν στο Λευκό Οίκο. Μιλούσε με τους μαθητές ενός σχολείου της Φλόριντα. Μάλλον τον είχαν στείλει εκεί, γνωρίζοντας ότι, σα χαζός που ήταν, θα μπορούσε να προδώσει το false flag με ακατάλληλες δηλώσεις ή συμπεριφορές. Αντ’ αυτού στο Λευκό Οίκο ήταν ο παλιός και έμπειρος αντιπρόεδρος Ντικ Τσέινι.

Είναι αυτός που ‘διαχειρίστηκε’, ας το πούμε έτσι, την τρομοκρατική επίθεση. Με την πρώτη είδηση ότι ένα αεροπλάνο κτύπησε τους Πύργους, πηγαίνει στο μπούνκερ κάτω από τον Λευκό Οίκο, το Presidential Emergency Operation Center φτιαγμένο για να διατηρεί την προεδρική διοίκηση ακόμη και υπό μία ατομική επίθεση. Το δωμάτιο είναι γεμάτο από οθόνες, τηλέφωνα και προσωπικό. 

Εκεί πήγε και ο υπουργός των Μεταφορών Norman Mineta. Ευνόητο, αφού είναι ο υπεύθυνος για την πολιτική αεροπορία και είναι σε επαφή με τον πρόεδρο των American Airlines και των United Airlines, τις εταιρείες στις οποίες ανήκουν τα αεροπλάνα που είχαν υποστεί αεροπειρατεία. 

Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2019

ΣΚΑΣΤΕ, ΚΛΕΦΤΕΣ!

 Άρθρο  του  Francesco Lamendola                                                                 
Μετάφραση: Ιωάννης Αυξεντίου

Μας έκλεψαν τα πάντα: την πατρίδα, την ταυτότητα, τα σύνορα, τις αξίες, την αγωγή, το γάμο, την οικογένεια, το σχολείο, την πληροφόρηση, τον πολιτισμό, τις αποταμιεύσεις, την εργασία, το μέλλον, την ελπίδα και τέλος την πίστη στο Θεό. Όλα αυτά τα πράγματα δεν τα χάσαμε, μας τα έκλεψαν. Εάν κάποιος εισέλθει σε ένα μαγαζί, πληρώσει ένα εμπόρευμα, βάλει το πορτοφόλι του πάνω στο πάγκο, και μετά βιαστικός, φύγει ξεχνώντας το πορτοφόλι, μπορούμε να πούμε ότι το έχασε λόγω της βιασύνης του και της απροσεξίας του. Αλλά εάν κάποιος ταξιδεύει μέσα σε ένα λεωφορείο και ένας πορτοφολάς του πάρει επιδέξια το πορτοφόλι από την τσέπη, χωρίς αυτός να τον αντιληφθεί, αυτό είναι κλοπή. 

Και αυτή ακριβώς είναι η παρούσα κατάσταση μας, μας έκλεψαν τα πάντα, τα αφαίρεσαν σιωπηλά σαν επιδέξιοι πορτοφολάδες και αυτό το έπραξαν κάτω από τη μύτη μας. Όταν δε το αντιληφθήκαμε, ήταν πλέον αργά. Είναι όμως και πολλοί αυτοί που δεν το αντιλήφθηκαν ούτε στη συνέχεια. Αυτοί οι συμπολίτες μας είναι πεπεισμένοι ότι τα πράγματα είναι ακόμα όπως ήταν πριν. Είναι αρκετοί αυτοί που δεν πιστεύουν αυτόν που καταγγέλλει την κλοπή, αλλά αντιθέτως, τα βάζουν μαζί του, τον κατηγορούν ότι ψεύδεται, ότι σπέρνει τον πανικό, ότι δεν καταλαβαίνει τους νέους καιρούς, τον κατηγορούν ότι είναι ένας κακός πολίτης και ένας κακός χριστιανός. 

Τρίτη, 1 Ιανουαρίου 2019

Η ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ


Άρθρο του Francesco Lamendola                                                                          
Μετάφραση: Ιωάννης Αυξεντίου

Ως νέοι είμαστε ανυπόμονοι, γιατί δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα για τη ζωή και εκείνο το λίγο που πιστεύουμε ότι ξέρουμε είναι λανθασμένο, έτσι, σαν κακομαθημένα μωρά, τα θέλουμε όλα και αμέσως. Από την άλλη, ως γέροι γινόμαστε ανυπόμονοι γιατί καταλαβαίνουμε ότι ο χρόνος είναι πολύτιμος. Όχι με τη χυδαία έννοια ότι ο χρόνος είναι χρήμα, αλλά με την έννοια ότι ο χαμένος χρόνος δεν γυρίζει πίσω. Ο χρόνος που μας δόθηκε είναι για να κατανοήσουμε και να πράξουμε και όχι για να αερολογούμε. Γι’ αυτό πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά είδη ανυπομονησίας, σχεδόν δύο διαφορετικά συναισθήματα. Ο νέος είναι ανυπόμονος γιατί είναι ακόμη ανώριμος, ο γέρος είναι ανυπόμονος γιατί πλησιάζει προς το τέρμα και γνωρίζει ότι ακόμη δεν κατάλαβε, ούτε εφάρμοσε, το ουσιαστικό. Κατανόηση και εφαρμογή είναι οι δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος, αλλά αυτό ο νέος δεν το ξέρει, πιστεύει ότι το να καταλάβει είναι το κλειδί για όλα και ότι φθάνει να έχει καταλάβει για να επιλύσει οποιοδήποτε πρόβλημα. 

Το ‘68 ήταν ο θρίαμβος των νέων, ήταν μια γιορτή τους. Μίλαγαν, μίλαγαν, μίλαγαν και δεν σταματούσαν τις συζητήσεις, πίστευαν ότι κατάλαβαν τα πάντα και δεν ολοκλήρωναν ποτέ τίποτα.  Αυτό ασφαλώς είναι λογικό, διότι για να ολοκληρώσεις κάτι, πρέπει να ξέρεις αυτό που θέλεις, αλλά εκείνοι δεν το γνώριζαν. Ως παιδιά μιας καμένης γενιάς, ήξεραν μόνο εκείνο που δεν ήθελαν. Δεν ήθελαν να κρίνονται (βλ. Caterina Caselli)• δεν ήθελαν να τους λένε όχι οι γονείς (βλ. Moravia, Dacia Maraini και οι ψυχαναλυτές)• δεν ήθελαν να σέβονται τους αστικούς κανόνες (βλ. Marx, Lenin, κλπ.)• δεν ήθελαν να τους ‘χαλάσει’ μία κακή και άσχημη κοινωνία (βλ. Rousseau)• δεν ήθελαν να αναγνωρίσουν ένα Θεό που Αυτός βρίσκεται στο κέντρο (βλ. ανθρωπολογική  στροφή της θεολογίας)• δεν ήθελαν να  δουλεύουν (βλ. Χίπις)• δεν ήθελαν να εξετάζονται από τους καθηγητές(βλ. ‘όχι στην καταπίεση’)• δεν ήθελαν τις ψυχιατρικές κλινικές, ούτε να αποδεχτούν ότι υπάρχει η ψυχική ασθένεια (βλ. Foucault, Basaglia και μερικά χρόνια μετά το έργο  Στη Φωλιά του Κούκου)• δεν ήθελαν θρησκεία, κράτος, οικογένεια (βλ. το Imagine του John Lennon). Οι δάσκαλοί τους ήταν η Caterina Caselli, ο Alberto Moravia, η Maraini, ο Freud, ο Marx, ο Lenin, ο Che Guevara, ο Karl Rahner, ο Jack Kerouac, ο  Bob Dylan, ο don Milani, ο Foucault, ο Basaglia, ο John Lennon και οι  Beatles, ο Sartre και οι Υπαρξιστές και όλοι οι λυπημένοι  και κλαψιάρηδες ποιητές.