Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2011

O MOΥΣΟΛΙΝΙ ΚΑΙ Η ΕΛΛΑΔΑ


 προδημοσίευση ἀπὸ τὸ ὑπὸ ἔκδοση βιβλίο Χρυσὸς καὶ ἐργασία.


 Δημήτρη Μιχαλόπουλου



Ο Μουσολίνι και η φασιστική Ιταλία ανασύρουν δυσάρεστους συνειρμούς για εμάς, τους Έλληνες. Τούτο, βεβαίως, οφείλεται στη σύγκρουση των ετών 1940-1941, που επέφερε την εμπλοκή της χώρας μας στον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, στην Κατοχή που ακολούθησε, στον ανταρτοπόλεμο που λόγω της Κατοχής πυροδοτήθηκε και κράτησε έως το 1949 κ.λπ., κ.λπ. Η ιταλική κατά της Ελλάδας επίθεση αποτελεί γεγονός αναμφισβήτητο. Η συμβατική όμως παράσταση και προβολή των όσων έγιναν καλύπτει την αλήθεια σε βαθμό παραμόρφωσης. Όσο, πράγματι, παράδοξο και αν ακούγεται αυτό, ο Μουσολίνι δεν είχε, στην πραγματικότητα, την ευθύνη της ελληνοϊταλικής σύρραξης. Ακριβώς το αντίθετο μάλιστα: Μετά το επεισόδιο της Κέρκυρας (31 Αυγούστου-27 Σεπτεμβρίου 1923), ο Ηγέτης του ιταλικού Φασισμού, ραγδαία μα σταθερά, μεταβλήθηκε στον βασικότερο εγγυητή της ακεραιότητας της ελληνικής επικράτειας και, ακόμη, σε κύριο πόλο της εξωτερικής πολιτικής του Ελευθέριου Βενιζέλου. Έστω και αν δεν μπορεί κανείς με ασφάλεια να κάνει υποθέσεις στην Ιστορία, γνωρίζουμε σήμερα ότι, εάν ο Βενιζέλος δεν είχε εξοβελιστεί από την πολιτική σκηνή με το κίνημα του 1935, η θέση της χώρας μας κατά τον Β΄Παγκόσμιο πόλεμο θα ήταν στο πλευρό της Ιταλίας. Οφείλει όμως κανείς να πάρει τα πράγματα από την αρχή.

*   *   *
Τα σχετικά με τον Εθνικό Διχασμό που ανατάραξε τον  βίο των Ελλήνων κατά τη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα είναι γενικώς γνωστά. Ο ίδιος ο Βενιζέλος, αφότου έδιωξε από την Ελλάδα τον βασιλιά Κωνσταντίνο, τοποθέτησε την αρχή του Μεγάλου Δράματος στην περίφημη, κατά τον Οκτώβριο του 1912, στροφή προς τη Θεσσαλονίκη του Ελληνικού Στρατού. Το να εξεταστεί εδώ και τώρα το κατά πόσον η άποψη αυτή του τότε πρωθυπουργού ανταποκρίνεται στην αλήθεια και, ακόμα περισσότερο, να διαπιστωθεί εάν είχε δίκιο ο Κωνσταντίνος, ο οποίος κατά βάθος προτιμούσε να προελάσει προς το Μοναστήρι, δεν έχει νόημα. Νόημα, πράγματι, εν προκειμένω έχει το ότι οι Οθωμανοί προτίμησαν, για διάφορους λόγους, να παραδώσουν τη Θεσσαλονίκη στους Έλληνες με πρωτόκολλο το οποίο, κατά την επικρατέστερη εκδοχή, υπογράφηκε τις πρώτες ώρες της 27ης Οκτωβρίου.


          Η συνέχεια είναι γνωστή. Η βουλγαρική πλευρά, λόγω του ότι σλαβομακεδόνες αντάρτες είχανε μπει στη Θεσσαλονίκη πριν από τον Ελληνικό Στρατό σε συνδυασμό με την κατά πλειοψηφία στελέχωση των ανώτερων και ανώτατων βαθμίδων της βουλγαρικής στρατιωτικής ιεραρχίας ακριβώς από  Σλαβομακεδόνες, ζήτησε την από κοινού κατοχή της Θεσσαλονίκης και εκτεταμένες εδαφικές σε όφελός της ‘αποζημιώσεις’ γύρω από αυτήν. Ο Βενιζέλος επιχείρησε να λύσει φιλικώς τη διαφορά, αλλά η αντίδραση του τότε υπουργού Εξωτερικών, Λάμπρου Κορομηλά, επέφερε νέα σύρραξη, που έμεινε γνωστή ως Β΄ Βαλκανικός πόλεμος.
          Η ελληνική στρατιωτική ηγεσία, πάντως, εξαρχής είχε διαβλέψει την -περίπου- βεβαιότητα έκρηξης της νέας σύγκρουσης και, λογικά, είχε επιζητήσει τη σύναψη συμμαχίας με τη Σερβία. Έτσι, στις 19 Μαΐου 1913 υπογράφηκε η ελληνοσερβική συνθήκη Ειρήνης, Φιλίας και Αμοιβαίας Προστασίας. Σύμφωνα με αυτήν, η Ελλάδα αναλάμβανε την υποχρέωση να παράσχη πάσας τας αναγκαίας ευκολίας και να εξασφαλίση δια περίοδον 50 ετών την πλήρη ελευθερίαν του σερβικού εισαγωγικού και εξαγωγικού εμπορίου δια του λιμένος [της] Θεσσαλονίκης και των από Θεσσαλονίκης προς Σκόπια και Μοναστήριον  σιδηροδρομικών γραμμών, ελευθερίαν όσον το δυνατόν ευρείαν, υπό τον όρον να συνάδη προς την πλήρη και ακεραίαν ενάσκησιν της ελληνικής κυριαρχίας.
          Πέρα από τις στρατιωτικές αναγκαιότητες της τότε συγκυρίας, αυτή η ελληνική παραχώρηση δεν ήταν παράλογη. Περί τα τέλη του 1912, η σερβική κυβέρνηση είχε την ελπίδα πως θα μπορούσε να προσαρτήσει τις αλβανικές ακτές και να προσδώσει, έτσι, στη χώρα της διέξοδο στη θάλασσα. Η ανακήρυξη της αλβανικής ανεξαρτησίας, όμως, ματαίωσε την προοπτική αυτήν – με αποτέλεσμα το Βελιγράδι να επιζητήσει ‘πνεύμονα εμπορικής ελευθεροκοινωνίας’ στη Θεσσαλονίκη. (Είναι χαρακτηριστικό ότι το ‘εγχείρημα’  απορρόφησης της Αλβανίας έμελλε να το επαναλάβει, μετά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου πόλεμου, ο Τίτο, πυροδοτώντας έτσι τη ρήξη τόσο με τον Εμβέρ Χότζα όσο και με τον Στάλιν.)
          Όπως και να είναι, η παραχώρηση αυτής της προνομιακής κατάστασης στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης θεωρήθηκε θεμέλιο της μεταξύ Αθήνας και Βελιγραδίου φιλίας. Τα γεγονότα του Α΄ Παγκόσμιου πόλεμου είναι γνωστά και δεν έχει νόημα να αναλυθούν εδώ. Σημασία όμως έχει το ότι, λίγες βδομάδες μετά το τέλος των εχθροπραξιών, την 1η Δεκεμβρίου 1918 συγκεκριμένα, δημιουργήθηκε στη θέση της παλιάς, μικρής Σερβίας, το Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων, αρχικά ανεπισήμως και από το 1929 και επισήμως γνωστό ως Γιουγκοσλαβία, δηλαδή χώρα των Σλάβων του Νότου.
          Η Γιουγκοσλαβία ήτανε Κράτος ισχυρό – το ισχυρότερο, μαζί με τη Ρουμανία, στη Χερσόνησο Αίμου- και, φυσικά, είχε διέξοδο στη θάλασσα, συγκεκριμένα στην Αδριατική. Παρά τη νέα πραγματικότητα όμως, το Βελιγράδι εξακολουθούσε να ‘ενδιαφέρεται’ για τη Θεσσαλονίκη. Έτσι, η κυβέρνηση της Αθήνας, σε αγωνιώδη αναζήτηση συμμάχων μετά την Καταστροφή του 1922, έστερξε στη σύναψη νέας σύμβασης, που υπογράφηκε τον Μάιο του 1923. Βάσει αυτής της διεθνούς πράξης,  παραχωρούνταν στο Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων μία «Ελευθέρα Σερβική Ζώνη» στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, που θα παρέμενε βεβαίως αναπόσπαστον τμήμα του ελληνικού εδάφους, αλλά παράλληλα αναγνωριζόταν ως σερβική τελωνειακή περιοχή. Αυτό σήμαινε ότι τον έλεγχο εκεί θα ασκούσαν όχι Έλληνες αλλά Σέρβοι.
          Το αντάλλαγμα που είχε ζητηθεί από την Αθήνα ήταν η υποστήριξη του Βελιγραδίου στις διαπραγματεύσεις της Λωζάννης. Η υποστήριξη αυτή δεν δόθηκε, οπότε και η ελληνική κυβέρνηση ‘πάγωσε’ την εφαρμογή της νέας σύμβασης. Έτσι είχαν τα πράγματα, όταν, κατά τα μέσα του 1925, κατέλαβε πραξικοπηματικώς την εξουσία στη χώρα μας ο αντιστράτηγος Θεόδωρος Πάγκαλος.
          Ο δικτάτωρ είχε έμμονη ιδέα - την επανάληψη, συγκεκριμένα, του ελληνοτουρκικού πολέμου, του οποίου, όπως πίστευε, η έκβαση θα ήτανε τώρα ευτυχής για τα Ελληνικά Όπλα. Προετοιμάζοντας λοιπόν τη νέα σύρραξη, γύριζε στους προσφυγικούς συνοικισμούς και διαμήνυε στα εκεί εξαθλιωμένα πλήθη «να ετοιμάζονται», διότι «σύντομα θα επέστρεφαν στα σπίτια τους» (δηλαδή στη Μικρά Ασία). Βέβαιος λοιπόν ότι η έκρηξη της νέας σύρραξης ήτανε τοποθετημένη στο εγγύτατο μέλλον, ο Πάγκαλος άρχισε να αναζητάει συμμάχους – και πίστεψε πως τους βρήκε στους Γιουγκοσλάβους. Έτσι, προκειμένου να διασφαλίσει τα «νώτα» του Ελληνικού Στρατού, ο οποίος έμελλε να προελάσει στην Ανατολική Θράκη, υπέγραψε στην Αθήνα, στις 17 Αυγούστου 1926, σειρά ολόκληρη νέων συμβάσεων, με τις οποίες το ζήτημα της Θεσσαλονίκης ρυθμιζότανε αλλά με τρόπο σκανδαλωδώς επωφελή για το Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων: Η Σερβική Ζώνη της Θεσσαλονίκης διευρυνόταν και, στην ουσία, γινόταν έδαφος γιουγκοσλαβικό. Είναι, πράγματι, χαρακτηριστικό ότι γιουγκοσλαβικά πλοία, τα οποία θα ναυλοχούσαν στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, δεν θα χρειάζονταν θεώρηση των ελληνικών αρχών και ότι  θα μπορούσαν να μεταφέρουν επιβάτες και εμπορεύματα από τη Θεσσαλονίκη σε άλλα ελληνικά λιμάνια.
          Ο πολιτικός κόσμος αντέδρασε και, ως γνωστόν, λίγο μετά την υπογραφή των ανωτέρω συμβάσεων, ανέτρεψε τον Πάγκαλο. Στις 7 Νοεμβρίου 1926, εξάλλου, έγιναν εκλογές  και η Βουλή που από αυτές προέκυψε αρνήθηκε να κυρώσει τα όσα είχε συμφωνήσει ο πρώην δικτάτωρ με το Βελιγράδι. Και τότε η γιουγκοσλαβική κυβέρνηση απείλησε την Ελλάδα με πόλεμο.
          Η κατάσταση  της ελληνικής πλευράς ήτανε τραγική. Ο Ελληνικός Στρατός, ηττημένος από τους Τούρκους, ούτε κατά διάνοιαν μπορούσε να παρατάξει τις 450.000 άνδρες, που θεωρούνταν το ανώτατο όριο το οποίο μπορούσε να αποφέρει μία καθολική και χωρίς εξαιρέσεις επιστράτευση. Το Πολεμικό Ναυτικό, συνειδητά εγκαταλειμμένο τότε, ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτο. Η Γιουγκοσλαβία όμως διέθετε 900.000 στρατό, τον οποίο, επιπλέον, περιέβαλλε το γόητρο της μεγάλης αντοχής και τελικής νίκης του κατά τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Εάν, με λίγα λόγια, άρχιζε σύρραξη μεταξύ Ελλάδας και Γιουγκοσλαβίας, σύμφωνα με κάθε πρόβλεψη η ήττα της πρώτης ήταν σχεδόν προδιαγεγραμμένη. Έτσι,ο πολιτικός κόσμος σιωπηρώς συμφώνησε να φέρει πίσω τον Βενιζέλο, ώστε η κρίση να ‘ξεπεραστεί’ όχι στρατιωτικώς αλλά διπλωματικώς. Και τούτο, διότι οι Γιουγκοσλάβοι υποστηρίζονταν τότε ενεργώς από τους Γάλλους, τους Ρουμάνους και τους... Τσεχοσλοβάκους αλλά και διακριτικώς από τους Βρεταννούς. Ορθώς, κατά συνέπεια, θεωρήθηκε ότι, εάν επιτυγχανόταν ‘διάρρηξη’ αυτού του προστατευτικού της Γιουγκοσλαβίας κλοιού, το ζήτημα θα μπορούσε να λυθεί χωρίς ζημιά ανεπανόρθωτη της ελληνικής πλευράς.
          Έτσι και έγινε. Ο Βενιζέλος ζούσε, την εποχή εκείνη,  στο εξωτερικό και, σύμφωνα με όσα είχε δηλώσει, σκόπευε να μη αναμιχθεί πια στα πολιτικά πράγματα της χώρας μας. Έσπευσε όμως να ανταποκριθεί στην πρόσκληση και ήλθε στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1927. Αυτό ήταν κάτι που κανείς έπρεπε να το περιμένει: Ήτανε τότε 63 ετών, γέρος δηλαδή σύμφωνα με τα μέτρα της εποχής, και όπως κάθε δραστήρια προσωπικότητα ήθελε να μείνει το όνομά του στην Ιστορία. Πέρα όμως από τον Εθνικό Διχασμό και τη Μικρασιατική Καταστροφή τι θα μπορούσε να κρατήσει ακηλίδωτη τη φήμη του; Η απάντηση είναι ευχερής: Η Θεσσαλονίκη. Τίποτα άλλο πέρα από αυτήν. Όπως, πράγματι, ενδομύχως πίστευε, χωρίς την όποια δική του παρέμβαση, η Θεσσαλονίκη δεν θα είχε καταληφθεί από τον Ελληνικό Στρατό και θα είχε προσαρτηθεί στην Ελλάδα. Έτσι, ξαναμπήκε στην πολιτική κονίστρα και κέρδισε πανηγυρικά τις εκλογές της 19ης Αυγούστου 1928. Τώρα πια έπρεπε να βρει λύση στο μεγάλο πρόβλημα.
          Και τη βρήκε!  Με ελιγμό εκπληκτικής ευκινησίας και  εμβέλειας στράφηκε προς τη φασιστική Ιταλία. Η τελευταία, πράγματι, είχε οξύτατη διένεξη με τη Γιουγκοσλαβία, της οποίας διένεξης το επεισόδιο του Fiume, όπου, ως γνωστόν, είχε πρωταγωνιστήσει ο Gabriele d’Annunzio, υπήρξε απλώς το προοίμιο. Το γέρας τής διένεξης ήταν ο έλεγχος των ανατολικών ακτών της Αδριατικής, τον οποίο η Ρώμη δεν έστεργε πλήρως να αφήσει στο Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων. Ο Βενιζέλος άδραξε την ευκαιρία και, στις 23 Σεπτεμβρίου 1928, μόλις ένα μήνα μετά την από αυτόν ανάληψη της πρωθυπουργίας, υπέγραψε με τον Μουσολίνι στη Ρώμη ελληνοϊταλικό σύμφωνο Φιλίας, Συνδιαλλαγής και Δικαστικού Διακανονισμού. Ο Ιταλός Ηγέτης, βέβαια, ζήτησε να συναφθεί και ελληνοϊταλική συμμαχία, αλλά ο Βενιζέλος, δέσμιος ακόμη των Γάλλων και των Βρεταννών, αρνήθηκε. Και τότε ο Μουσολίνι είπε τα εξής:  Ακούσατε... έχω να σας κάμω μίαν δήλωσιν, η οποία γίνεται... ωσάν να μη είσθε παρών, εις τον αέρα, αφού δεν θέλετε χαρτί, και την οποίαν δεν ημπορείτε να αρνηθήτε να την ακούσετε. Σας λέγω λοιπόν ότι συμμαχία ή μη συμμαχία, έγγραφον ή μη έγγραφον, εν η περιπτώσει η [ελληνική] κυριαρχία επί της Θεσσαλονίκης κινδυνεύσει, εγώ γνωρίζω πως δεν θα είναι μόνη η Ελλάς, η οποία θα υπερασπισθή την Θεσσαλονίκην, θα είναι και άλλο κράτος. Εν πάση περιπτώσει, σας διαβεβαιώ ότι θα είναι και άλλο κράτος.
          Αυτές οι λέξεις σώσανε τότε τη Θεσσαλονίκη από τη γιουγκοσλαβική επιβουλή. Συγκινημένος ο Βενιζέλος έσφιξε το χέρι του φασιστή Ηγέτη, διότι του είχε δοθεί ό,τι εναγωνίως ζητούσε η ελληνική πλευρά. Συμμαχία Ελλάδας και Ιταλίας δεν είχε γίνει, αλλά η δεύτερη είχε δώσει στην πρώτη σαφή διαβεβαίωση στρατιωτικής σύμπραξης. Και βέβαια, το μήνυμα ακαριαίως έφτασε στο Βελιγράδι – με αποτέλεσμα την εκεί υπογραφή, στις 11 Οκτωβρίου του ίδιου έτους, ελληνογιουγκοσλαβικού πρωτοκόλλου με το οποίο, όσον αφορά τη Σερβική Ζώνη της Θεσσαλονίκης, επιβάλλονταν οι ελληνικές  θέσεις. Η εκεί κυριαρχία του Ελληνικού Κράτους θα ήταν ακεραία, τα πλοία που θα έρχονταν εκεί θα υποβάλλονταν στον έλεγχο των ελληνικών αρχών και, φυσικά, δεν θα έκαναν ακτοπλοΐα στις ελληνικές θάλασσες.

* * *
Η συνέχεια εκουσίως παραμένει σχεδόν άγνωστη. Ο Βενιζέλος, παρά την ανυπαρξία γραπτής συμμαχίας, στράφηκε προς την πλευρά της φασιστικής Ιταλίας και, επιπλέον, σχεδίασε πολιτειακή μεταβολή – με σκοπό τη διαμόρφωση στην Ελλάδα καθεστώτος αυταρχικού. Το αποτέλεσμα ήτανε να γίνει στόχος μιας γενικευμένης εναντίον του εκστρατείας, να υποστεί κατηγορίες όχι για σκάνδαλα που πραγματικά είχανε γίνει μα για άλλο, ανύπαρκτο και τελικά να πέσει από την πρωθυπουργία. Η εναντίον του δολοφονική απόπειρα του 1933, οργανωμένη όχι από τη Χωροφυλακή μα από την –υπό βρεταννικό έλεγχο- Αστυνομία Πόλεων, υπήρξε ένδειξη σαφέστατη  πως και η ζωή του ήταν ήδη σε κίνδυνο. Έτσι δέχτηκε να καλύψει με το κύρος του το κίνημα του 1935, το οποίο, παρά το όσα ακόμα και σήμερα λέγονται, ήταν πολύ καλά οργανωμένο, αλλά απέτυχε λόγω προδοσίας υποκινημένης από Βρεταννούς. Ο Βενιζέλος έφυγε τότε στα Δωδεκάνησα, όπου οι ιταλικές αρχές τον δέχτηκαν με πολλή συμπάθεια και του έδωσαν τα μέσα  να ταξιδέψει στη Νάπολη. Από εκεί πήγε στο Παρίσι, όπου και εγκαταστάθηκε, μαζί με τη δεύτερη γυναίκα του, Έλενα το γένος Σκυλίτση, στο περίφημο διαμέρισμα της rue Beaujon, στο VII διαμέρισμα της γαλλικής πρωτεύουσας.
          Συνέχισε πάντως να παρακολουθεί τα ελληνικά πράγματα και, με επιστολές, καθοδηγούσε τους φίλους και οπαδούς του. Την τελευταία από αυτές την έγραψε στις 12 Μαρτίου 1936: Απευθυνόταν στον Αλέκο Ζάννα και του συνιστούσε με κάθε τρόπο να διαφυλαχθεί η –άτυπη αλλά ισχυρότατη- ελληνοϊταλική συμμαχία. Η γυναίκα του, ομογενής του Λονδίνου, πήρε το γράμμα, το διάβασε και του... απαγόρευσε να το στείλει. Ο Βενιζέλος προσπάθησε να της το πάρει από τα χέρια και  διαπληκτίσθηκε μαζί της τόσο έντονα, ώστε έπαθε εγκεφαλικό. Η Έλενα Σκυλίτση φώναξε δικό της γιατρό, ο οποίος, υπό το πρόσχημα εφαρμογής «νέων μεθόδων», αντί να του κάνει αφαίμαξη, του έκανε μετάγγιση και, φυσικά, ο Βενιζέλος πέθανε.
          Λίγο αργότερα, την εξουσία στην Ελλάδα ανέλαβε ο Ιωάννης Μεταξάς. Ήταν πολύ ευφυής, για να είναι «δημοκράτης» μα αρκετά έμπειρος πια, ώστε να  καταλαβαίνει «ποιος επιτέλους κυβερνάει αυτόν τον τόπο». Πάνω από το κεφάλι του είχε τον βασιλιά Γεώργιο Β΄, επίσης γερμανόφιλο που επίσης είχε πλήρη επίγνωση του ποιος κρατάει τα νήματα της εξουσίας στη δική μας χώρα. Επιδίωξη και των δύο ήταν να μείνει η Ελλάδα ουδέτερη. Δεν ήταν διατεθειμένοι βέβαια να ακολουθήσουνε τη φιλοϊταλική πολιτική του Βενιζέλου, αλλά ούτε και να στείλουν τα παιδιά της Ελλάδος να σκοτωθούν για τα συμφέροντα των «δημοκρατικών Δυνάμεων». Άλλα όμως μηχανευόταν ο Galeazzo Ciano, σύζυγος της κόρης του Μουσολίνι Edda. Είχε, από τις αρχές του 1940 κιόλας, γίνει ‘άνθρωπος του Λονδίνου’ και καλυμμένος από το κύρος του πεθερού του, που τον ανεχόταν λόγω της παραδοσιακής αγάπης των Ιταλών προς την «οικογένεια», είχε φτάσει στο σημείο να παίρνει από τους Βρεταννούς οδηγίες μέσω ασυρμάτου τοποθετημένου μέσα στο ίδιο το ιταλικό υπουργείο των Εξωτερικών.
          Αυτός, ο Ciano, υπήρξε ο εμπνευστής της επίθεσης κατά της Ελλάδας. Η αιτία υπήρξε απλούστατη: Οι Βρεταννοί επιδίωκαν την ελληνική εμπλοκή στον πόλεμο, για να έχουνε έτσι τη δυνατότητα να βομβαρδίζουνε, από το κοντινό στη Ρουμανία ελληνικό έδαφος, τις πετρελαιοπηγές στο Πλοέστι, μόνη ενεργειακή πηγή του γερμανικού Ράιχ. Ο Μεταξάς τους είχε επιτρέψει, βέβαια, να στήσουνε βάση στην Κρήτη, αλλά αυτό δεν τους ήταν αρκετό, επειδή η από εκεί απόσταση μέχρι το Πλοέστι δεν ήταν δυνατό, με τα μέσα της εποχής, να καλυφθεί αεροπορικώς χωρίς σταθμό.  Και ιδεώδης τέτοιος σταθμός μπορούσε να στηθεί μόνο στη Θεσσαλονίκη.
          Στις 30 Δεκεμβρίου 1940, μετά από ισχυρές βρεταννικές πιέσεις, ο Μεταξάς έστερξε στη δημιουργία βρεταννικής αεροπορικής βάσης στη Θεσσαλονίκη. Την επομένη το μετάνοιωσε και ανακάλεσε την απόφασή του. Το αποτέλεσμα; Πέθανε στις 29 Ιανουαρίου 1941 λόγω ... παραμυγδαλικού αποστήματος. Και ο Αλέξανδρος Κοριζής, άλλωστε, που τον διαδέχτηκε και επίσης αρνήθηκε να αφήσει τους Βρεταννούς να εγκατασταθούν στη Μακεδονία ως γνωστόν αυτοκτόνησε με... δύο σφαίρες στην καρδιά.
    Αυτά είναι τα τότε συμβάντα. Και αυτή υπήρξε η ελληνική συμβολή στη διεξαγωγή του Β΄ Παγκόσμιου πόλεμου. Χωρίς το σθένος του Μεταξά και του Κοριζή, πράγματι, είναι πολύ αμφίβολο κατά πόσον η Γερμανία θα μπορούσε να συνεχίσει να πολεμάει έως την άνοιξη του 1945.

4 σχόλια:

  1. Θεόδοτος:
    Απόδειξη η ΠΛΗΡΗ κυριαρχία της αριστεράς από το 1974 και έπειτα και το χάλι στο οποίο έφερε την Ελλάδα και τους Έλληνες."
    Συμφωνούμε απόλυτα,έχει φέρει σε μεγάλο χάλι τους 'Ελληνες.Κάποιους ειδικά που παρουσιάζονται ως σοφοί εθνικισταί και βρίζουν ΟΛΟΥΣ τους άλλους νομίζοντας ότι αποτελούν μια ιδιαίτερη κάστα πεφωτισμένων ανθρώπων.
    Τι κρίμα όμως που αυτοί οι "πεφωτισμένοι" σαν την αφεντιά σου,είναι στα όρια της αγραμματοσύνης και πέρα από τον β'κατηγορίας επίπεδο γραφής τους,δεν ξέρουν καν τα βασικά του συντακτικού της ελληνικής γλώσσας.
    "Η πλήρΗ κυριαρχία"! ! ! Ο Θεός κι η μάνα του!
    Μου φυγε το μάτι,φαντάσου να κάτσω να διαβάσω και ολόκληρο κείμενο σου,τι θα βρω μέσα.
    Μάθε ελληνικά Γιωργάκη Παπανδρέου και μετά να μας κάνεις και κήρυγμα περί πολιτιστικής κατάπτωσης του 'Εθνους.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Πράγματι, το "η πλήρη κυριαρχία της αριστεράς" μπορεί να θεωρηθεί λάθος. Αλλά -όπως έχουν τα πράγματα σήμερα- δεν είναι. Προτού όμως να εξηγηθεί το γιατί δεν είναι, καλό είναι να ασχοληθούμε με άλλα σημεία που εμπεριέχονται στο όλο πάθος και "ελληνοπρεπή" οργή σχόλιό σας. Συγκεκριμένα:
      1. "Ο Θεός και η μάνα του". Ο Θεός και στις τρεις υποστάσεις Του δεν έχει "μάνα". Ο Πατήρ είναι ο Ων, δηλαδή αγέννητος. Ο Υιός είναι εκ του Πατρός γεννηθείς. Η έκφραση, με άλλα λόγια, "ο Θεός και η μάνα Του", πέρα από την υβριστική χροιά του, όζει τον ειδεχθή, φριχτό και απαίσιο γνωστικισμό ο οποίος, κατά την άποψη της συντριπτικής πλειοψηφίας των στελεχών του Θεόδοτου, αποτελεί τη "μάνα" γενικώς των συμφορών και ειδικώς των δεινών που σήμερα πλήττουν την Πατρίδα. Γνωστικός είσαστε, Κρητικέ Νεοέλλην; Εάν κανείς κρίνει από τα συμφραζόμενα, ναι - έστω και εάν δεν το έχετε πλήρως συνειδητοποιήσει.
      2. Ακολουθώντας την κλασσική και στερεότυπη καθεστωτική συνταγή, ο Θεόδοτος κανονικὰ θα απέφευγε τη δημοσίευση σχολίου ενός γνωστικού που δεν διστάζει να υβρίσει τα Θεία. Εμείς όμως, σαν Δεξιοί, τη δημοσιεύουμε και απαντάμε.
      3. Το "λάθος" που επισημάνατε τοποθετείται στο πεδίο της Γραμματικής και όχι του συντακτικού. Διερωτάται λοιπόν κανείς: Σεις δεν μπορείτε να διακρίνετε τη Γραμματική από το Συντακτικό. Η παράλειψη ενός τελικού -ς- σας μάρανε;
      4. Η παράλειψη του -ς- που επισημάνατε, προφανώς για να βρείτε ευκαιρία λανθανόντως και εμμέσως να υβρίσετε τον αγέννητο και τρισυπόστατο Θεό, οφείλεται σε τυπογραφική παράλειψη. Άρα είναι λάθος, αλλά μπορεί και να μη θεωρηθεί λάθος. Λόγω της από το 1981 πλήρους κυριαρχίας της αριστεράς, η Γραμματική της Ελληνικής Γλώσσας έχει δεχτεί καίρια πλήγματα. Έτσι το πλήρης, -ες, αντικαταστάθηκε από το πλέριος, πλέρια, πλέριο. Θυμάστε, ελπίζω, παρά τις γνωστικής υφής κακοδοξίες σας και την κατά συνέπεια κακόβουλη προδιάθεσή σας, εκείνες τις "υπέροχες" γλωσσικές περικοκλάδες του ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του 1980: "Η πλέρια κατάκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας" π.χ. (που, ως γνωστόν, βρήκε την πανηγυρική πραγμάτωσή της στο μνημόνιο και όλα τα σχετικά, οπότε ο Θεόδοτος εξακολουθεί να μη καταλαβαίνει το γιατί διαμαρτύρονται οι Νεοέλληνες. Εθνική ανεξαρτησία με το ΠΑΣΟΚ δεν θέλανε; Τι τους έπιασε τώρα και φωνάζουνε;) Στη συνέχεια όμως, από τη δεκαετία του 1990 και μετά, όταν το ΠΑΣΟΚ και οι δυνάμεις που το υποστηρίζουνε νοιώσανε μέχρι το μεδούλι των οστών τους τη γλύκα της εξουσίας και πήραν την απόφαση να μη τη χάσουνε με τίποτα, θυμήθηκαν την ωραιότητα της "ελληνικής, μητέρας των γλωσσών" και πήγανε να το γυρίσουνε (τρόπος του λέγειν δηλαδή) στο αρχαιοπρεπές, ενώ συνέχιζαν, υπό τις ιαχές των δημοκρατικών στιφών, την κατεδάφιση της Ελληνικής Παιδείας. Έτσι, το πλέριος, -α, -ο αντικαταστάθηκε από το πλήρης, πλήρη (ς), πλήρες, όπως ακριβώς θυμηθήκανε και το ευ ζην, αντικαθιστώντας όμως το αρχαίο ζην με το ζειν (που δεν υπάρχει, αλλά είναι αναγνωρίσιμο από εκείνους που βγάλανε "σχολείο" από το 1981 και μετά). Μια μικρή πλεύση στο ίντερνετ θα σας πείσει.
      Εν ολίγοις και για να θυμηθούμε φράση κάποιων ελληναράδων δημοκρατών σαν και σας "δεν δικαιούσθε δια να ομιλείτε". Εμείς όμως, επειδή δεν είμαστε καθεστωτικοί/Πασόκοι σας αναγνωρίζουμε δικαίωμα "δια να ομιλείτε" και σας απαντάμε κιόλας.




      Διαγραφή
  2. Ομολογώ πως έχω μπερδευτεί. Ο Βενιζέλος δεν υπήρξε αγγλόφιλος μέχρι το τέλος; Τουλάχιστον αυτό ισχυρίζεται (αν θυμάμαι καλά) ο κύριος Αϋφαντής στα βιβλία του. Διορθώστε με αν κάνω λάθος.

    Κάτι ακόμα. Το κλειδί της υπόθεσης είναι η λήψη οδηγιών απο τους Βρεττανούς προς τον Ciano. Μπορούμε να το εξακριβώσουμε αυτό;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. O Bενιζέλος δεν ήταν αγγλόφιλος, ήταν πράκτορας των Άγγλων. Απλά προς το τέλος της ζωής του άλλαξε πολιτική για αυτό και πέθανε με αυτόν τον περίεργο τρόπο

      Διαγραφή