Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

ΟΙ ΛΕΒΑΝΤΙΝΟΙ ΚΑΙ ΤΑ ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ: ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΕΥΚΡΙΝΗΣΕΙΣ


Δημήτρη Μιχαλόπουλου
 
 δημοσιεύθηκε στὴν ἐφημερίδα Ἑστία (φύλλο 26ης Νοεμβρίου 2011)


           Τί σᾶς λέει τό ἀκόλουθο; ΕΝΝΕΑΙΜΕRA/IS TIMIN TON AGHION IMON PATERON/FRANGHISCU TU ASSISIU/KE/ANDONIU TU PATAVIU. Ἐάν μπορέσατε νά καταλάβετε περί τίνος πρόκειται, προσπαθῆστε νά διαβάσετε ἀκόμα ἕνα: DHROMOS TU STAVRU/(LATINISTI VIA CRUCIS)/I/SINTOMOS TROPOS/TU NA PRAXI TIS TIN AGHIAN  TAFTIN ASKISIN/.
         Ἔ, τώρα πρέπει νά τό μαντέψατε: πρόκειται γιά Φραγκοχιώτικα καί μάλιστα «κλασσικά», τυπωμένα δηλαδή στήν Κωνσταντινούπολη πρός χρῆσιν τῶν Χριστιανῶν πού ἀσπάζονταν τό ρωμαιοκαθολικό δόγμα. Γιατί λέγονται φραγκοχιώτικα; Διότι οἱ Χιῶτες πρῶτοι δείξανε μεγάλο ἐνδιαφέρον νά ἔχουν βιβλία ἑλληνικά τυπωμένα μέ λατινικούς χαρακτῆρες. Ἔτσι, κατάφεραν νά σφετεριστοῦν τήν ἐπινόηση, ἄν καί ἡ τάση ἀναγραφῆς ἑλληνικῶν ὅρων μέ λατινικούς χαρακτῆρες ἀνάγεται ἤδη στούς πρώτους μετά Χριστόν αἰῶνες. Στίς ρωμαϊκές κατακόμβες, πράγματι, βρίσκει κανείς ἑλληνικά ὀνόματα γραμμένα ῥωμαϊστί, ὅπως Dionysia, Evtichi, Evporo κ.ἄ. Λίγο ἀργότερα ἄλλωστε, κατά τόν Ε΄ αἰώνα συγκεκριμένα, ἐμφανίζονται στὴ λειτουργία τῶν Δυτικῶν οἱ δεήσεις/ἐπικλήσεις Kyrie eleison καί Christe eleison. Ἔτσι ἄνοιξε καί ὁ δρόμος στήν καθιέρωση, κατά τή λειτουργία τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, τοῦ ‘μεικτοῦ’ ἑλληνολατινικοῦ Τρισάγιου: Agios o Theos, Sanctus Deus. Agios Ischiros, Sanctus fortis. Agios athanatos, Sanctus immortalis. Eleison imas, miserere nobis
          Μέ αὐτά, βέβαια, δέν πολυασχολεῖται τό κοινό τῆς φιλοχρίστου ἡμῶν χώρας· εὐτυχῶς λοιπόν πού βρέθηκε ὁ κ. Rinaldo Marmara νά μᾶς τά θυμίση μέ βιβλίο του πού εἶχε ἐκδοθῆ περί τά μέσα τῆς περασμένης δεκαετίας καί τώρα πιά γνωρίζει νέα, μεγάλη ἐπιτυχία. Πρόκειται γιά τόν τόμο Les Levantins et la grécisation des emprunts turcs-ottomans. Lexique étymologique, πού ἐκδόθηκε τό 2005, στήν Κωνσταντινούποληἀπό τόν ἐκδοτικό οἶκο Isis. Στήν οὐσία, πρόκειται γιά μελέτη πού τεκμηριώνει  μορφή διεθνοποίησης τῶν Νέων Ἑλληνικῶν, πού ἐπιτεύχθηκε χάρη στούς Λεβαντίνους.  
            Ἀρχή σοφίας ὀνομάτων ἐπίγνωσις· ἐπιτακτική εἶναι, κατά συνέπεια, ἡ ἀνάγκη σημασιολογικῆς ἀνίχνευσης τοῦ ὅρου Λεβαντῖνος. Τήν ἔννοια τῆς λέξης μᾶς τή δίνει ὁ ἴδιος ὁ κ. R. Marmara, καθ’ὕλην ἁρμόδιος ἄλλωστε, δεδομένου πώς εἶναι ὁ ἴδιος ὄχι μόνο Λεβαντῖνος  μά καί ὁ ἐπίσημος ἱστορικός τοῦ Ἀποστολικοῦ Βικαριάτου Κωνσταντινουπόλεως. «Λεβαντῖνοι», μᾶς λέει λοιπόν ὁ κ. Marmara, «ἦταν οἱ Γενουάτες καί Βενετοί πού κατοικοῦσαν στήν [Ἐγγύς] Ἀνατολή [Levante/Levant]... [Αὐτοί] καλλιεργοῦσαν [sic] τό ἐμπόριο κυρίως σέ... περιοχές καλά καθωρισμένες, στούς κόλπους [sic] τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας». Μετά τήν Ἅλωση ὅμως οἱ ἐν λόγῳ Λεβαντῖνοι μετατράπηκαν σέ «λατινική ὀθωμανική Κοινότητα», πού σαφῶς διαστελλόταν ἀπό τήν ἐκεῖ «λατινική Κοινότητα» τῶν ξένων (ἀλλοδαπῶν, ὅπως θά λέγονταν σέ ἑλληνικά ‘ἑλλαδίτικα’). Καί γιά νά ἐξηγούμεθα: Τό 1453, κατά τήν πολιορκία τῆς Κωνσταντινούπολης, οἱ Γενουάτες πού διαβιοῦσαν στήν εὐρύτερη περιοχή τῆς αὐτοκρατορικῆς πρωτεύουσας, ἑκουσίως ὑποτάχθηκαν στόν Μωάμεθ Β΄ τόν Πορθητή. Αὐτοί συγκρότησαν ἔκτοτε τὴ «λατινική ὀθωμανική» Κοινότητα. Ὅσοι ὅμως ἔφυγαν τότε καί ξαναγύρισαν ἀργότερα, ἀφ’ὅτου ἠρέμησαν τά πράγματα, κρατήσανε τήν ὑπηκοότητα τῆς χώρας ἀπό ὅπου προέρχονταν καί ἀποτέλεσαν τούς κατ’ἐξοχήν Λεβαντίνους. Οἱ πρῶτοι, μέ λίγα λόγια, ἔγιναν ὑπήκοοι τοῦ Παδισάχ ἐνῶ οἱ τελευταῖοι παρέμειναν ὑπήκοοι βενετοί, γενουάτες κ.λπ.
            Ὅλοι τους, πάντως, ἀνήκανε στή Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία. Τά μέλη, ὅμως,  τῆς «λατινικῆς ὀθωμανικῆς» Κοινότητας ποτέ τους δέν ἀναγνωρίστηκαν ὡς  μιλλέτι (ἐθνικῆς ἀπόχρωσης θρησκευτική κοινότητα) ἀπό τήν Ὑψηλή Πύλη, ἐφ’ὅσον ὁ ἡγέτης τους, ὁ Πάπας τῆς Ρώμης, εἶχε τήν ἕδρα του πέρα ἀπό τά ὅρια τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας. 
         Αὐτά, βέβαια, εἶναι λίγο-πολύ γνωστά σέ ὅποιον ἀσχολεῖται μέ τήν Τουρκοκρατία. Τό νέο πού μᾶς προσφέρει τό ἔργο τοῦ κ. R. Marmara εἶναι ὅτι μορφή τῶν Νέων Ἑλληνικῶν (σαφῶς ἐπηρεασμένη βέβαια ἀπό τά τουρκικά, τά ἰταλικά καί τά γαλλικά) ἔγινε, ἤδη ἀπό τά τέλη τοῦ ΙΕ΄ αἰώνα,  γλῶσσα τῶν Λεβαντίνων γενικῶς – σέ ἔκταση τέτοια, ὥστε νά χρησιμοποιεῖται ἡ μορφή αὐτή ἀκόμη καί στή λειτουργία τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας. Ἡ αἰτία τοῦ φαινομένου δέν ἐντοπίζεται. Ὁ κ. Marmara παραθέτει γνώμη παλαιότερου ἐρευνητῆ, σύμφωνα μέ τόν ὁποῖο ὁ γλωσσικός ἐξελληνισμός τῶν Λεβαντίνων ὀφείλεται κυρίως στίς... ὑπηρέτριες καί νταντάδες ἀπό τήν Ἄνδρο καί τήν Τῆνο πού, ἐπί αἰῶνες, κατέκλυζαν  τήν Κωνσταντινούπολη. Ἐφ’ὅσον οἱ Ἀρμένισσες ἀποδεικνύονταν πολύ περήφανες, γιά νά ἀναλάβουν ἐργασίες ὑπηρετικές καί δεδομένου ὅτι οἱ πιστές τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ δέν ἦταν δυνατόν νά δουλέψουνε σέ σπίτια ὅπου δέν τηροῦνταν τό Σάββατο, οἱ Ἑλληνίδες ἀπό τίς Κυκλάδες εἰσχωροῦσαν παντοῦ καί τελικῶς ἐπέβαλαν τή γλῶσσα τους.
            Se non è vero, è ben trovato. Πρόκειται γιά χαριτωμένη ἑρμηνεία – περιωρισμένης ὅμως ἐμβέλειας. Ἀλλά τό θέμα μας δέν εἶναι αὐτό·  τό θέμα, πράγματι, εἶναι ὅτι μέσω τῶν ἑλληνικῶν πού χρησιμοποιοῦσαν οἱ Λεβαντῖνοι περάσανε στά ἑλληνικά πάρα πολλές τουρκικές λέξεις, οἱ ὁποῖες, κατά τόν κ. Marmara, ὅταν τό 1964 διώχτηκαν οἱ Ἕλληνες ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη, ἐνσωματώθηκαν στά σύγχρονα Νέα Ἑλληνικά. Εἰδικά στό σημεῖο αὐτό, ὅμως, ἐπιβάλλεται ἔνσταση.
       Πράγματι, οἱ τουρκικῆς προέλευσης λέξεις πού χρησιμοποιοῦνται ἀπό ἐμᾶς σήμερα εἶναι πολύ περισσότερες ἀπό ὅσες μπορεῖ κανείς νά φανταστεῖ. Κατ’ἀρχήν τά ἐπώνυμα: Βουδούρης (<budur=κοντός), Δερτιλής (<dert=θλίψη), Ζορμπάς (<zorba= καταπιεστής ἀλλά καί ἀντάρτης), Καραμάνος (<kahraman=λεβέντης), Λεβέντης (<levent=ναυτικός [κυρίως σέ πλοῖο πολεμικό]),  Οὐζούνης (<uzun=ψηλός), Πελτέκης (<peltek=ψευδός), Πεχλιβάνης (<pehlivan= ψηλός καί δυνατός), Τσολάκος/ης (<çolak= κουλός), Σισμάνης (<sisman=παχύς), Τζαμπάζης (<cambaz=ριψοκίνδυνος) καί πάρα πολλά ἄλλα. Πλῆθος ὅμως εἶναι καί οἱ καθημερινῆς χρήσεως λέξεις πού προέρχονται ἀπό τή γλῶσσα τῶν γειτόνων μας. Θέλετε μερικές; Ἰδού: Ἀμπάρι, ἀτζαμής, ἀχούρι, ἀχταρμάς, βερεσέ, γαϊτάνι, γελέκι, γιακάς, γιαπί, γιαρμάς, γιαχνί, γινάτι,  γιούχα, γκάιντα, γλέντι, γούρι,  ζαγάρι, , ζαρζαβάτι, ζάρι, ζάφτι, ζεμπίλι, ζόρι, ζούλα, καβουρντίζω, καζάνι, καζάντια, καΐκι, καλούπι, κάλπικος, κάλφας, καμπούρα, καμ[ου]τσίκι, κανάτι, καπάκι, καραγκιόζης, καρπούζι, κασέρι, κασμάς, καυγάς, καφάσι, κελεπούρι, κεσές, κέφι, κεφτές, κιόσκι, κιούπι, κολαοῦζος, κόπιτσα, κοτσάνι, κουβάς, κουμπαράς, κουραμπιές, κουσούρι, κουτούκι, λακριντί, λαπάς, λελέκι, λεμόνι, λούκι, μαγαζί, μαγιά, μαϊντανός, μαϊμού, μανάβης, μαντσούνι, μαούνα, μαράζι, μαραφέτι, μασούρι,μεζές, μελτέμι, μεράκι, μερεμέτι, μουρντάρης, μουσαμάς, μουσαφίρης, μουστερής, μπαγιάτικος, μπακάλης, μπακίρι, μπαρμπούτι, μπατάλικος, μπατζάκι, μπατζανάκης, μπατίρης, μπεκρής, μπελάς, μπογιά, μπόλικος, μπόσικος, μπούτι, μπρίκι, νάζι, νέφτι, νινί,  νταλίκα, νταούλι, ντάμπια, ντερέκι, ντιβάνι, ντουλάπι, ντουβάρι, παζάρι, παντζάρι, παντζούρι,  πατσάς, πελτές, πιτσιρίκος, ράφι, ραχάτι, ρεζίλι, ρεμάλι, σαγανάκι, σακάτης, σαματάς, σαστίζω, σεντούκι, σιμίτι, σινάφι, σοβάς, σουλούπι, ταβάνι, ταμπούρι, τεμπέλης, τερτίπι, τεφτέρι, τζάμι, τζάκι, τζάμπα, τουλούμι, τραχανάς, τσάντα, τσαντίζω,τσιγκέλι, τσεμπέρι, τσιμπούκι, τσουβάλι, τσουλούφι, φάκα, φαράσι, φιτίλι, φλιτζάνι, φουκαράς, φουντούκι, χαβαλές, χαβάς, χαλάλι, χάλι, χαλί, χαρμάνι, χαρούπι, χασές, χατίρι, χαφιές, χουβαρντάς καί τόσες ἄλλες – πάρα πολλές.
            Τό ἔργο τοῦ κ. . Marmara ἔχει σημασία γιά τήν ἱστορία τῆς γλώσσας μας. Σέ ἕνα σημεῖο μόνο μπορεῖ νά ἔλθη κανείς σέ διαφωνία μαζί του. Πιστεύει, πράγματι, ὁ συγγραφέας πώς περίπου τό σύνολο τῶν τουρκικῶν λέξεων πού σήμερα χρησιμοποιοῦνται ἀπό ἐμᾶς, ἐνσωματώθηκαν στά Νέα Ἑλληνικά μετά τήν κατά τό 1964 ἔξοδο τοῦ ἑλληνικοῦ στοιχείου ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη. Ἡ ἀνάγνωση κειμένων ὄχι μόνο τῆς περιόδου τῆς Τουρκοκρατίας μά καί τῶν πρώτων δεκαετιῶν τοῦ Κ΄ αἰώνα ἀρκεῖ, γιά νά ἀποδειχτῆ τό ἀντίθετο. Τεκμήριο; Τά Ἀπομνημονεύματα τοῦ Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου